Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ του Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας
Καθεδρικός ναός Αγίας Σοφίας (Κίεβο, Ουκρανία)
Στρέψτε τὰ αὐτιὰ σας σ’ ἐμένα, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί· θὰ σᾶς διηγηθῶ μιὰ ὡραιότατη διήγηση. Διότι εἶναι σωστὸ νὰ κρύβει κανεὶς τὶς ἀποφάσεις τῶν βασιλέων, εἶναι ὅμως καλὸ νὰ ἀποκαλύπτει τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μὲ ἀφορμή τούς πιστοὺς δούλους του στηρίζει τοὺς ἀδύναμους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πρῶτος εἶμαι ἐγώ. Ὑπάρχει λοιπὸν σ’ ἐμένα ὁ πόθος νὰ ἀγγίξω γεγονότα πού ἔχουν συμβεῖ γιὰ τὴ θεραπεία τῆς ταλαίπωρης ψυχῆς μου. Θέλω νὰ βάλω σήμερα στὸν ἀργαλειὸ στημόνι ἀπὸ τὸ ὡραῖο μαλλὶ τοῦ λογικοῦ προβάτου.
Ποθῶ νὰ ὑφάνω κεντημένο χιτώνα ἀπὸ τὸ μαλλὶ τῆς λογικῆς καὶ προσευχητικῆς γλώσσας. Διότι εἶδα κάποτε ἕνα κριάρι πού εἶχε ὡραία ἐμφάνιση καὶ πνευματικὰ κέρατα, τὰ ὁποῖα ἠχοῦσαν μὲ λόγια τοῦ Θεοῦ· καὶ ἀφοῦ τὸ πλησίασα μὲ μεγάλη ἀγωνία, ἀφαίρεσα ἀπ’ αὐτό ἀθόρυβα μιὰ μικρὴ τούφα.
Μὲ κυρίευσε ὅμως ἕνας ἀβάσταχτος φόβος, διότι ἀποτόλμησα τέτοιες φοβερὲς πράξεις, ἐπειδὴ δὲν ἤμουν συνετός.
Θέλετε λοιπὸν νὰ φανερώσω ποιὸ ἦταν αὐτό τὸ κριάρι πού ἦταν στολισμένο μὲ τόσο ὡραῖα χρώματα; Αὐτό τὸ κριάρι ἦταν ὁ σοφὸς καὶ πιστὸς Βασίλειος, ὁ ὁποῖος ἐπισκόπευσε στὴ χώρα τῶν Καππαδοκῶν καὶ κήρυξε στὴν πόλη τῶν Καισαρέων σωτήριες διδασκαλίες γιὰ ὅλη τὴν οἰκουμένη.
Ὁ Βασίλειος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀληθινὰ ἡ βάση τῶν ἀρετῶν, τὸ βιβλίο τῶν ἐπαίνων, ὁ βίος τῶν θαυμάτων· αὐτός πού βαδίζει μὲ τὴ σάρκα καὶ προχωρεῖ μὲ τὸ πνεῦμα· αὐτός πού ζεῖ μὲ τὰ γήινα καὶ ἔχει τὸ βλέμμα του στραμμένο στὰ οὐράνια· αὐτός πού εἶναι τὸ βηρύλλιο πλῆκτρο τῆς μυστικῆς κιθάρας, αὐτό πού ἔτερψε τὴ χορεία τῶν ἁγίων Ἀγγέλων· αὐτός πού εἶναι τὸ σταθερὸ ἀρνί τῆς μάνδρας τῆς ζωῆς, πού καταβρόχθισε τὸ χορτάρι τοῦ ἱεροῦ Πνεύματος· αὐτός πού εἶναι τὸ ἀρνί πού πήδησε ἀπὸ τὸν πόθο καὶ ἅρπαξε τὸ ἄνθος ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ τιμίου Σταυροῦ· αὐτός πού εἶναι τὸ παχνὶ τῶν δογμάτων, ἡ γλώσσα τῶν λόγων, τὸ βραβεῖο τῶν ὀρθῶν καὶ ὠφέλιμων νοημάτων· αὐτός πού βύθισε τὸν ἑαυτό του στὸ βυθὸ τῶν Γραφῶν καὶ ἀνέσυρε τὸ λαμπρὸ μαργαριτάρι· αὐτός πού εἶναι τὸ ὥριμο σταφύλι τῆς θεϊκῆς κληματαριᾶς, πού ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πῆρε τὴ θεία γλυκύτητα· αὐτός πού εἶναι ἡ ὡραία μεμβράνη τῆς ἱερῆς σοφίας, στὴν ὁποία γράφηκαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τὰ θεία χαράγματα· αὐτός πού εἶναι τὸ εὔφορο χωράφι τῆς οὐράνιας βασιλείας, τὸ ὁποῖο καρποφόρησε γιὰ τὸν Θεὸ καρποὺς δικαιοσύνης· αὐτός πού εἶναι βουνὸ στολισμένο μὲ τὰ ἄνθη τῆς μυστικῆς τριανταφυλλιᾶς, πού ἡ εὐωδιὰ του ἔφθασε στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό· αὐτός πού ἔψαλε ἐπάνω στὴ γῆ ἄσματα ἀρεστά στὸν Θεὸ καὶ πῆρε ἀπ’ τοὺς οὐρανούς στεφάνια εὐπρόσδεκτα· αὐτός πού ἀντιλήφθηκε τὴ χάρη καὶ διακήρυξε, ὅπως ὁ Ἰώβ, τὴν ὁμολογία του στὸν Σωτήρα τῶν ὅλων, λέγοντας: «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτό πού μὲ δημιούργησε, καὶ ἡ ἔμπνευση τοῦ Παντοκράτορος εἶναι αὐτή πού μὲ διδάσκει»· βεβαιώνοντας ὅτι μὲ τὴν ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κήρυττε σὲ ὅλους τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
Ποθῶ ἀκόμη νὰ προσθέσω καὶ ἄλλη ὕφανση στὸ λόγο γιὰ τὰ ἐγκώμια, ὥστε μὲ τὴν ἀπόλαυση καὶ μὲ τὴν ἀνάμνηση τοῦ δίκαιου ἄνδρα νὰ βροῦμε στὶς προσευχὲς μας γνώση καὶ κατάνυξη. Πρέπει λοιπὸν νὰ πάρουμε στὰ χέρια μας τὴ σαΐτα τοῦ Πνεύματος καὶ νὰ τακτοποιοῦμε τὸ νῆμα τῶν νοημάτων μας. Ἔπειτα πρέπει νὰ ἑτοιμαζόμαστε γι’ αὐτή τὴν ἐργασία ἔτσι., ὥστε νὰ κλείνουμε μέσα στὸ στημόνι καὶ τὸ ὑφάδι. Ἂν λοιπὸν κάποιος κλώσει αὐτό τὸ μαλλὶ μὲ προσοχή, θὰ προσφέρει στολὴ ἀθανασίας σ’ ἐκείνους πού ποθοῦν αὐτὴ τὴ στολή.
Τέτοιες εἶναι οἱ ἀπαρχές τοῦ μυστικοῦ θρέμματος· τέτοιες εἶναι οἱ σοδειὲς τοῦ ἅγιου κτήματος. Ἔτσι ἄφθονος ἦταν στὴ διδασκαλία, ὥστε νὰ ντύνει ὅσους τύχαινε νὰ εἶναι παρόντες. Ἦταν πνευματοφόρο κριάρι τοῦ κοπαδιοῦ τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ἀνθοῦσε μέσα στὸ ἔλεος τῆς λαμπρῆς Ἐκκλησίας· ἀπὸ τὴ μιὰ προσφέροντας ζεστασιὰ στοὺς φτωχοὺς μὲ τὸ μαλλί του, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁδηγώντας σὲ κατάνυξη τοὺς πλούσιους μὲ τὰ χτυπήματα τῶν κεράτων του. Καθὼς παρέμενε νύχτα καὶ μέρα στὰ ἴδια ἄδυτα, δέχθηκε τὴ Χάρη ἀπὸ τὸν οὐρανό. Γι’ αὐτό καὶ κάθε μέρα βγάζοντας ἄφθονα ἄνθη ὡς πρὸς τὸ λόγο, ἀνανέωνε γιὰ τὶς ψυχὲς τὸν ἀναλλοίωτο στολισμό. Καὶ παρόλο πού μοίραζε τὸν ἑαυτό του στὸν καθένα χωριστά, δὲν ἀλαζονεύονταν γιὰ τὴν ποικιλία του.
Ἐπειδὴ λοιπὸν πλήθαινε στὰ ἄφθαρτα ἄνθη, ἐπειδὴ τρεφόταν μὲ τοὺς ἅγιους κάλυκες, ἐπειδὴ ἔβρισκε ἀνάπαυση πάντοτε μέσα στὶς Γραφὲς καὶ ἀπὸ αὐτές ἔβοσκε ἄφθονο τὸ θεϊκὸ χορτάρι, καί ἀπολάμβανε τὴ χλόη στὰ βοσκοτόπια τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας, καὶ εὐφραινόταν μέσα στὶς ἱερατικὲς αὐλὲς, γι’ αὐτό καὶ ὁ λόγος του κυλοῦσε σὰν ποταμός, καὶ ἡ ἀρετὴ του προχωροῦσε σὰν τὰ κύματα τῆς θάλασσας. Ἐκεῖ τρεφόταν μὲ θεία νοήματα, καὶ ἐδῶ κήρυττε μὲ δυνατὴ φωνὴ ἀθάνατα λόγια· ἐκεῖ ἔτρωγε ἐνάρετα φαγητά, καὶ ἐδῶ διακήρυττε εὐπρόσδεκτα λόγια. Δὲν ἦταν δηλαδὴ ἡ τροφὴ του στρύχνος καὶ βάτος, ἀλλά ἦταν ρόδο καὶ κρίνο, κρόκος καὶ κιννάμωμο. Ἀκολουθοῦσε δηλαδὴ πίσω ἀπὸ τέτοιο χορτάρι, ἀρωματίζοντας τὴν τροφή του μὲ μυστικὰ βλαστάρια. Γι’ αὐτό καὶ τὸ μαλλὶ του γίνονταν λαμπρό, καὶ ἦταν κατάλληλο γιὰ τὴν ὕφανση τῶν θείων διδαγμάτων.
Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο πρέπει νὰ λέω πολλὰ γι’ αὐτό τὸ κριάρι, ὅπου ὁλόκληρο ἔγινε σκεῦος ἕτοιμο, ὄχι σκεῦος τυχαῖο, ἀλλά τέτοιο πού εἶδε ὁ Πέτρος νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανό, πιασμένο ἀπὸ τὶς τέσσερες ἄκρες; Ἀλλά ἐκεῖνο κατεβαίνοντας στὴ γῆ, ἔδειξε ὅτι εἶχε πτηνὰ καὶ τετράποδα· ὁ Βασίλειος ὅμως πού βρῆκε τὴν ἄνοδο στὸν οὐρανό, παρουσίασε σ’ ἐμᾶς λόγια ἔνδοξα καὶ παράδοξα. Καὶ ἐκεῖνο βέβαια τὸ σκεῦος φάνηκε γιὰ λίγο, καὶ ἀνασύρθηκε ἡ ἐμφάνισή του, ἀφοῦ ἀποκαλύφθηκε μόνο σὲ ἕναν· αὐτὸς ὅμως ἀνυψωμένος πολλὰ χρόνια, χορήγησε σὲ πολλοὺς τὴ χάρη τοῦ Πνεύματος. Γιὰ ἐκεῖνο τὸ σκεῦος ὁ Πέτρος ἄκουσε ἀπὸ τὸν οὐρανό, «Ἀπὸ ἐκεῖνα πού ἐγώ καθάρισα, φάγε»· καὶ γι’ αὐτὸν εἰπώθηκε σὲ ὅλους· «Αὐτόν πού ἐγώ ἁγίασα, καὶ σεῖς νὰ τὸν τιμήσετε».
Ποιὸς λοιπὸν δὲν θὰ ἐπαινοῦσε ἐκεῖνον πού δόξασε ὁ Πατέρας; ἤ ποιὸς δὲν θὰ τιμοῦσε ἐκεῖνον πού ἁγίασε ὁ Υἱός; Καὶ ποιὸς δὲν θὰ μακάριζε ἐκεῖνον πού μακάρισε τὸ σοφὸ καὶ νοερὸ καὶ σεβάσμιο Πνεῦμα;
Πωπώ, πῶς εὐδόκησε ἡ ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ νὰ κατοικήσει μέσα του καὶ νὰ περπατήσει μέσα του! «Βρίσκω ἀνάπαυση, εἶπε ὁ Θεός, στὸν ταπεινὸ καὶ ἥσυχο, καὶ σ’ αὐτόν πού φοβᾶται τὰ λόγια μου». Ἔτσι ἡ Χάρη τοῦ πλημμύρισε τὸ νοῦ, μὲ ἐκεῖνα τὰ σεμνὰ καὶ ἀστείρευτα ρεύματα, ὥστε νὰ παρουσιάσει κόσμιους καὶ αὐτούς πού μολύνθηκαν μέσα στὰ ἁμαρτήματά τους, ὅπως καὶ αὐτούς πού βαπτίσθηκαν.
Γιὰ νὰ δείξει λοιπὸν ὁ Κύριος τὴν εὐσπλαχνία του καὶ σ’ ἐμένα, ὅταν μοῦ δόθηκε ἀφορμή γιά νά προσφέρω ἐλεημοσύνη σὲ κάποια πόλη, ἄκουσα ὅταν βρέθηκα ἐκεῖ φωνὴ νὰ μοῦ λέει: «Σήκω, Ἐφραίμ, καὶ φάγε νοήματα». Καὶ ἀφοῦ ἀπάντησα, εἶπα μὲ πολλὴ ἀγωνία: «Ἀπὸ ποῦ, Κύριε, νὰ φάω;». Καὶ μοῦ ἀπάντησε: «Νά, στὸν οἶκο μου, τὸ βασιλικό σκεῦος θά σοῦ προσφέρει τὸ φαγητό». Καὶ ἀφοῦ θαύμασα πολὺ γιὰ τὰ λεγόμενα, σηκώθηκα καὶ πῆγα στὸ ναὸ τοῦ Ὕψιστου, καὶ ἀφοῦ προχώρησα ἀθόρυβα στὸ προαύλιο καὶ ἔσκυψα ἀπὸ τὸν πόθο στὰ πρόθυρα, εἶδα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς νὰ εἶναι ἁπλωμένο λαμπρὰ μπροστὰ στὸ ποίμνιο, νὰ εἶναι ὁλόκληρο στολισμένο μὲ θεοπρεπῆ λόγια, καὶ τὰ μάτια ὅλων νὰ εἶναι στραμμένα σ’ αὐτόν. Εἶδα τὸ λαὸ νὰ τρέφεται ἀπὸ αὐτόν μὲ πνεῦμα, καὶ τὴ χήρα καὶ τὸ ὀρφανὸ νὰ ἐλεεῖται πάρα πολύ. Εἶδα ἐκεῖ νὰ κυλοῦν πρὸς αὐτόν τὰ δάκρυα σὰν ποτάμι, καὶ τὸ μαλλὶ τῆς ζωῆς νὰ λάμπει σὲ ὅλους σὰν χρυσάφι, καὶ τὸν ἴδιο τὸν ποιμένα νὰ στέλνει ψηλὰ μὲ τὰ φτερὰ τοῦ Πνεύματος δεήσεις καὶ νὰ κατεβάζει ἀπαντήσεις. Εἶδα τὴν ‘Ἐκκλησία νὰ καλλωπίζεται ἀπὸ αὐτόν, καὶ τὴν ἀγαπημένη νὰ στολίζεται μὲ πολλὰ στολίδια. Εἶδα τὰ δόγματα τοῦ Παύλου, τὰ διδάγματα τῶν Προφητῶν, τὸ νόμο τῶν Εὐαγγελίων, τὸ φόβο τῶν μυστηρίων. Εἶδα ἐκεῖ τὸν ὠφέλιμο καὶ σωτήριο λόγο νὰ ὑψώνεται πιστὰ στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό, καὶ γενικὰ ὅλη ἐκείνη τὴ Σύναξη νὰ λάμπει ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες τῆς Χάρης. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὅλοι αὐτοί τόσο πολὺ προόδευαν στὴν εὐσέβεια, καθὼς ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὸ ἐκλεκτό σκεῦος τῆς βασιλείας, ἀνύμνησα τὸν σοφὸ καὶ ἀγαθό Κύριο, ὁ Ὁποῖος τόσο πολὺ δοξάζει ἐκείνους πού τὸν δοξάζουν.
Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὸ κήρυγμα, δόθηκε στὸν ἄνδρα πληροφορία γιὰ μένα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ἀφοῦ ἔστειλε καὶ κάλεσε ἐμένα τὸν τιποτένιο, ἀπευθύνθηκε σέ μένα διὰ μέσου τοῦ διερμηνέα, καί μέ ρώτησε: «Ἐσύ εἶσαι ὁ Ἐφραίμ, ὁ ὁποῖος ἔσκυψες τέλεια τὸν τράχηλό σου καὶ σήκωσες τὸ ζυγὸ τοῦ σωτήριου λόγου;». Καὶ ἀφοῦ ἀπάντησα καί εἶπα, «ἐγώ εἶμαι ὁ Ἐφραίμ, ὁ ὁποῖος ἄφησα τὸν ἑαυτό μου πίσω ἀπὸ τὸν οὐράνιο δρόμο». Καὶ ἀφοῦ μὲ πλησίασε ὁ θεόπνευστος αὐτός ἄνδρας, πρόσφερε σ’ ἐμένα τὸ ἅγιο φίλημά του καὶ ἀφοῦ ἔστρωσε τραπέζι μὲ τὰ φαγητὰ τῆς σοφῆς καὶ ἅγιας καὶ πιστῆς ψυχῆς του, ὄχι τραπέζι καρυκευμένο μὲ φθαρτὰ φαγητά, ἀλλά γεμάτο μὲ ἄφθαρτα νοήματα, ἔλεγε μὲ ποιὲς δηλαδὴ καλὲς πράξεις μποροῦμε νὰ δείξουμε τήν τέλεια μετάνοιά μας στὸν Κύριο  πῶς θὰ ἐμποδίσουμε τὶς ἐπιθέσεις τῶν ἁμαρτημάτων, καὶ πῶς θὰ κλείσουμε τὶς εἰσόδους τῶν παθημάτων· πῶς θὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἀποστολικὴ ἀρετή, καὶ πῶς θὰ κάμψουμε τὸν ἀδωροδόκητο Κριτή. Καὶ ἀφοῦ ἔκλαψα, κραύγασα καὶ εἶπα: «Ἐσύ, πάτερ, φρούρησε ἐμένα τὸν πλαδαρὸ καὶ ράθυμο· ἐσύ ὁδήγησέ με στὸν ἴσιο δρόμο· ἐσύ φέρε σὲ κατάνυξη τὴ σκληρὴ σὰν πέτρα καρδιά μου· διότι σ’ ἐσένα μὲ ἀνέθεσε ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων, γιὰ νὰ θεραπεύσεις τὴν ψυχή μου. Ἐσύ προσόρμισε τὸ σκάφος τῆς ψυχῆς μου στὸ ἥσυχο λιμάνι».
Καὶ πρόσεξε τὴ φροντίδα τοῦ καλοῦ διδασκάλου, ἀπὸ ποῦ δηλαδὴ ἄδραξε τὸ παράδειγμα τῆς ἀρετῆς μου. Κράτησε σφιχτά, γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, τὸ ραβδὶ τοῦ σώματος, καὶ ἀφοῦ μάδησε τὴ συνήθεια τῶν ἀνόητων παθῶν, ἀφαίρεσε τὰ λέπια μου, δηλαδὴ τὴν ἀδυναμία τῶν ματιῶν μου· καὶ ἀφοῦ ἐλάττωσε τὴν ὠχρότητα καὶ ἀνωριμότητα τοῦ λόγου, μὲ πῆρε μὲ τὸ ζῆλο καὶ μὲ βύθισε στὰ βάθη τῶν διδαγμάτων του. Τότε τὰ σπλάχνα μου πόθησαν πολὺ νὰ συνθέσουν τὸν ἔπαινο τῶν Σαράντα Μαρτύρων· διότι ὁ ἐκλεκτός πληροφόρησε τὰ αὐτιά μου γιὰ κάθε πράξη τῆς καρτερίας τους· πῶς δηλαδὴ προτίμησαν νὰ πεθάνουν γιὰ τὸν Χριστό, καὶ πόσους κινδύνους περιφρόνησαν, γιὰ νὰ Τὸν κερδίσουν, καὶ πόσοι ἦταν οἱ ἅγιοι ὡς πρὸς τὸν ἀριθμό· καὶ ἐξιστοροῦσε τὰ ὑπόλοιπα κατορθώματα τῆς εὐσέβειάς τους.
Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ πιστὸς ἀρχιερέας μᾶς ἔκανε ἄξιους γιὰ μιὰ τέτοια λαμπρὴ ἐργασία, ἀφοῦ ἀφήσουμε τοὺς ἐπαίνους αὐτῶν τῶν τροπαιούχων καλλινίκων ἀνδρῶν γιὰ ἄλλη διήγηση, ἂς μακαρίσουμε αὐτόν, τὸν ὅσιο τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἄνδρα πού εἶχε τὸν ἴδιο ζῆλο καὶ τὴν ἴδια τιμὴ μ’ αὐτούς. Διότι, ὅπως οἱ Ἅγιοι ἀντιστάθηκαν μὲ ἀνδρεία στὸν τύραννο Λικίνιο καὶ στὸν ἄρχοντα Δούκα, ἔτσι καὶ ὁ Ὅσιος ἀντιπαρατάχθηκε στὸν Οὐάλη καὶ στὸν Ἄρειο καὶ στὸν ἀλαζονικὸ ἔπαρχο. Ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι ξερίζωσαν τὰ ἀγκάθια τῆς πλάνης, καὶ αὐτὸς ξερίζωσε τὰ τριβόλια τῆς αἱρετικῆς μανίας. Ἐκεῖνοι διέλυσαν τὰ ἀγωνίσματα τοῦ Λικίνιου, καὶ αὐτός κατάργησε τὰ προστάγματα τοῦ Οὐάλη. Ἐκεῖνοι κατάργησαν τὶς προσταγὲς τοῦ Δούκα, καὶ αὐτός καταντρόπιασε τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Ἄρειου. Ἐκεῖνοι διέλυσαν τὴν ἀλαζονεία τοῦ ἄρχοντα, καὶ αὐτός τσάκισε τὴ μανία τοῦ ἔπαρχου Μόδεστου.
Ἀφοῦ λοιπὸν ὁπλίσθηκε ἀπὸ τὴν ἄθλησή τους μὲ κεντρί, ὅπως ὁ Φινεές, τρύπησε τὶς γλῶσσες πού ἔφυγαν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτό καὶ ποθοῦσε πολὺ ἔντονα νὰ πιεῖ τὸ ποτήρι τοῦ μαρτυρίου καὶ βιαζόνταν νὰ στήσει τρόπαιο μὲ τὸ μαρτύριό του. Οἱ Μάρτυρες, χάρη στὴν πίστη τους στὸν Χριστό, σήκωσαν ἐπάνω τους ὅλη μαζὶ τὴ θλίψη καὶ τὴν ὑπέ-μειναν μὲ γενναιότητα· ὁ Βασίλειος ἐπίσης, χάρη στὴν ἐλπίδα του στὸν Χριστό, ὑπέφερε μὲ ἀνδρεία τὴ χιονοθύελλα τῶν πειρασμῶν. Ἐκεῖνοι πέταξαν τοὺς χιτῶνες τους καὶ πρόσφεραν τὰ μέλη τους στὰ βασανιστήρια· καὶ αὐτός βιάζονταν νὰ πετάξει ἀπὸ πάνω του ἀκόμη καὶ τὸ κουρέλι πού εἶχε γύρω ἀπὸ τὸν τράχηλό του καὶ τὸ σῶμα. Ἐκεῖνοι στὴ λίμνη τράβηξαν πρὸς τὸν ἑαυτὸ τους αὐτόν πού πλανιόταν στὴν ἀσέβεια καὶ τὸν ἔκαναν ἄξιο γιὰ τὴ δόξα· αὐτός ἐπίσης βαφτίζοντας τοὺς ἄπιστους στὴν κολυμβήθρα, ἔγινε γι’ αὐτοὺς πρόξενος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἐκεῖνοι μέσα στὰ νερά, φλεγόμενοι ἀπὸ τὸν πόθο, εἶδαν τὸ φῶς μαζὶ μὲ τὰ στεφάνια πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τους· καὶ αὐτός πυρπολούμενος ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς Ἁγίας Τριάδας, πῆρε τὰ βραβεῖα γιὰ τὸν ἀγώνα του ἐνάντιον τῶν κακοδόξων.
Πόσες πανουργίες μεταχειρίσθηκε ὁ πονηρὸς Βελίαρ γιὰ νὰ χωρίσει τὸν Βασίλειο ἀπὸ τὴν οὐράνια βασιλεία! Ἐξόργισε βασιλιάδες, ἄρχοντες καὶ ὄχλους, ἀλλά ὁ Βασίλειος ἔγινε βάση τῶν πιστῶν. Ἐξαγρίωσε ὅλες τὶς καταιγίδες του, ἀλλά δὲν τάραξε διόλου τὸν σοφὸ ἔμπορο. Προκάλεσε θύελλα μὲ τοὺς βοηθούς του, δηλαδὴ μὲ τὶς αἱρέσεις, ἀλλά ἡ τέχνη τοῦ κυβερνήτη ἀποδεικνύονταν περισσότερο. Ξεσήκωσε τρικυμίες ἐνάντιον τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δὲν μπόρεσε νὰ βυθίσει τὸ πλοῖο τῆς πίστης τοῦ Βασιλείου. Τὸν πολέμησε μὲ αἱρετικὰ λόγια, ἀλλά ἀμέσως τραυματίζονταν ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς θεολογίας. Ἐξόπλισε ἐναντίον του τὸν Ἄρειο, ὅπως τὸν Γολιάθ, ἀλλά χτυπιόταν ἀπ’ αὐτόν, σὰν μὲ σφενδόνη, μὲ τὰ τρία λιθάρια τῆς πίστης. Ἐπιτέθηκε μὲ ὁρμή στὸν πύργο του μὲ τοὺς ἀνέμους τῆς κακοδοξίας —ἄνεμοι δηλαδὴ ἦταν οἱ λόγοι τῶν ἀσεβῶν— ἀλλά δὲν τὸν ἔπεισαν, διότι εἶχε ὀχυρωθεῖ μὲ τὰ τρία ἀπόρθητα τείχη τῆς ἄχραντης Τριάδας. Ἐκτόξευσε τὰ βέλη τῆς πολυθεΐας, ἀλλά ἀμέσως τράπηκε σὲ φυγὴ ἀπὸ τὴ μονοθεΐα. Ἔρχονταν στρατεύματα σκυλιῶν πού γαύγιζαν, ἀλλά μὲ τὴ ράβδο τοῦ σταυροῦ τὰ τραυμάτιζε. Οἱ λύκοι φοροῦσαν πάλι τὸ δέρμα τῶν προβάτων, ἀλλά ἀμέσως ἔλεγχε τὴν ὑποκρισία τους. Βιαζόταν ἡ ἀδικία νὰ τὸν ταράξει, ἀλλά ἀμέσως νικιόταν ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη τοῦ ἀνδρός. Φιλονεικοῦσαν οἱ ἄπιστοι νὰ μιμηθοῦν τὴν πίστη καὶ τὴ διδασκαλία του, ἀλλά ἀμέσως διακηρυσσόταν ἡ κακόπιστη καὶ ἀσεβής γνώμη τους. Μεταχειρίζονταν κολακεῖες γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὴν παρρησία του, ἀλλά ἀμέσως ἀποκαλυπτόταν ἡ ἀφροσύνη τους.
Ἐπειδὴ δηλαδὴ γνωρίζουν καὶ οἱ ἔχθροι νὰ σέβονται καὶ νὰ τιμοῦν τὴν ἀρετή καὶ τὴν ἀνδρεία, ὅταν τὸ παιδὶ τοῦ τυράννου βασανιζόταν ἀπὸ φοβερὴ ἀρρώστια, παρακαλοῦσαν τὸν ἄνδρα νὰ προσευχηθεῖ γι’ αὐτό ·ἐκεῖνος ὅμως πρότεινε, λέγοντας: «θὰ προσευχηθῶ, ἂν μοῦ τὸ δώσεις νὰ τὸ ὁδηγήσω στὴν ἀψεγάδιαστη πίστη καὶ νὰ τὸ ἀπαλλάξω ἀπὸ κάθε δυσσέβεια τῶν μαθημάτων τοῦ Ἀρείου»· καὶ ὅταν ὁ πατέρας συμφώνησε, ἀμέσως ὁ Βασίλειος ἔγινε μεσολαβητὴς γιὰ τὸν ἐπίγειο βασιλιὰ πρὸς τὸν οὐράνιο· προσκόμιζε τὴν ὑπόσχεση τοῦ ἄνδρα, καὶ ἔφερνε σ’ αὐτόν τὴ θεραπεία τοῦ παιδιοῦ του.
Μόλις λοιπὸν εἶδαν τὰ φίδια νὰ ἔχει σωθεῖ τὸ παιδί, ξανὰ ἔβλαψαν ὕπουλα τὴ θέληση τοῦ ἀνόητου βασιλιᾶ, καὶ ἀφοῦ πῆραν τὸ γιό του, τὸν βάφτισαν μὲ νερό, ὄχι ὅμως μὲ Πνεῦμα. Δίδασκαν νὰ ἀρνηθεῖ τόνΥἱό τοῦ Θεοῦ. Ἐξωτερικά ντύνοντας καὶ ἐσωτερικὰ ξεντύνοντας· ἐξωτερικὰ ντύνει τὸν Χριστὸ καὶ ἐσωτερικὰ τὸν ξεσχίζει. Γι’ αὐτό καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο ἀφαίρεσε τὸ πνεῦμα τοῦ δύστυχου παιδιοῦ, κηρύττοντας τὴν ἀχαριστία τους.
Αὐτά δὲν εἶναι δευτερότερα ἀπὸ τὰ καταπληκτικὰ ἔργα τοῦ Ἠλία, καὶ δὲν εἶναι κατώτερα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Ἐλισσαίου. Ὅπως ἐκεῖνοι ἐπανέφεραν στὴ ζωὴ τοὺς νεκρούς, ἔτσι καὶ ὁ πιστὸς Βασίλειος μὲ τὴν προσευχὴ του ἅρπαξε ἀπὸ τὸ θάνατο τὸ παιδὶ πού ἐπρόκειτο νὰ πεθάνει. Καὶ ὅπως ἐπίσης ὁ Πέτρος τὸν Ἀνανία καὶ τὴ Σαπφείρα, πού ἔκλεψαν, τοὺς θανάτωσε, ἔτσι καὶ ὁ Βασίλειος, κατέχοντας τὴ θέση τοῦ Πέτρου, καὶ συγχρόνως μετέχοντας στὴν παρρησία ἐκείνου, ἔλεγξε τὸν Οὐάλη, πού ἀθέτησε τὴν ὑπόσχεσή του, καὶ θανάτωσε τὸ γιό του. Ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό κυρίευσε πολλὴ λύπη καὶ ἀμηχανία τοὺς ἐλεεινοὺς καὶ ἐκεῖνο τὸν ἄπιστο βασιλιά.
Καὶ ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ διηγηθεῖ ἀντάξια τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων, πού παρουσίασε ὁ μακάριος καὶ πιστὸς Βασίλειος, μέσα στὰ ἴδια τὰ γεγονότα; Ἐπειδὴ λοιπὸν εἴμαστε ἀδύνατοι νὰ ἐξηγήσουμε τὰ τόσα πολλὰ κατορθώματα τοῦ ἄνδρα, παραλείποντας ὅλα, καὶ ἀναφέροντας ἕνα, ἂς δείξουμε πῶς καὶ τὰ ἀναίσθητα συμμαχοῦσαν μὲ τὸν ἄνδρα. Ἐπειδὴ δηλαδὴ τὰ γεννήματα τῆς ὀχιᾶς μεταχειρίζονταν κάθε τρόπο νὰ φονεύσουν τὸν δίκαιο, διότι συνεχῶς πολεμοῦνταν μὲ τὰ λόγια ἐκείνου καὶ συγχρόνως μὲ τὰ θαύματά του, σὰν μὲ βέλη, προσῆλθαν στὸ βασιλιὰ ζητώντας νὰ τὸν ἁρπάξει καὶ νὰ τὸν ἐξορίσει: «Εἶναι ἀνυπόφορος, εἶπαν, ἀκόμη καὶ νὰ τὸν βλέπουμε· διότι ἐναντιώνεται πάρα πολὺ σ’ ἐμᾶς μὲ τὰ λόγια του· γι’ αὐτό εἶναι ἀδύνατο, βασιλιά, νὰ προοδεύσει ἡ δική μας πίστη, ὅσο αὐτός εἶναι παρών».
Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ βασιλιὰς παρασύρθηκε ἀπὸ τὰ λόγια τους, ἀποφάσισε νὰ ἐξορισθεῖ αὐτός· ἡ γραφίδα ὅμως ἀμέσως, ἐπειδὴ δὲν ἄντεξε νὰ ὑπηρετήσει τὴν παράνομη ἀπόφαση, συντρίφθηκε ἀπὸ μόνη της, διδάσκοντας στὸν ἀνόητο πόσο μεγάλη ἀσέβεια θέλει νὰ διαπράξει στὸ δοῦλο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος κήρυττε μία θεότητα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἀποδείκνυε ἐντελῶς μὲ σοφία ὅτι εἶναι σκυλιὰ λυσσασμένα ἐκεῖνοι πού φρονοῦσαν ἡ ὁμολογοῦσαν τὴ διαίρεση. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἀντιλαμβάνονταν ὁ ἀναισθητότερος ἀπὸ τὴν ἄψυχη γραφίδα, ὁ ὁποῖος ἦταν γιὸς τῆς πλάνης, πῆρε καὶ δεύτερη γραφίδα γιὰ νὰ ὑπογράψει καὶ νὰ ἀποτελειώσει τὴν πονηρὴ ἐπιθυμία του. Εἶδε ὅμως καὶ αὐτή τὴ γραφίδα νὰ θραύεται καὶ νὰ μὴ δέχεται νὰ συμμετάσχει στὸ κακὸ πού ἔσπευδε νὰ διαπράξει. «Γιατί σπεύδεις, βασιλιά, νὰ ἐξορίσεις σὲ ξένη χώρα αὐτόν πού ἔχει ἔνοικο μέσα του Ἐκεῖνον πού γεμίζει τὰ πάντα; Γιατί θέλεις νὰ ἐξοντώσεις αὐτόν πού εἶναι σέ ὅλα ἀδιάβλητος; Γιατί διώχνεις ἀπὸ τὴν πόλη τὸν οὐρανοπολίτη; Ἂν μάλιστα πάρεις καὶ τρίτη γραφίδα, θὰ τὴν δεῖς νὰ κομματιάζεται καὶ νὰ μὴ δέχεται κι αὐτή νὰ συνεργεῖ», πράγμα πού τελικά ἔγινε.
Τότε διακηρύχθηκε φανερὰ σὲ ὅλους ἡ νίκη καὶ τὸ λαμπρὸ τρόπαιο τοῦ ἀκατανίκητου ἄνδρα. Οἱ τρεῖς γραφίδες ἔγιναν ὑπερασπιστὲς αὐτοῦ πού κήρυττε τὴν ὁμοούσια Τριάδα. Τὸ χέρι ἔσπευδε νὰ βγάλει τὴν ἀπόφαση, οἱ γραφίδες ἀποδείκνυαν ὅτι αὐτή εἶναι ἄδικη. Τὸ χέρι βιαζόταν νὰ δώσει πονηρὴ ψῆφο, οἱ γραφίδες ἐμπόδιζαν τὴν ἀνωφελῆ βιασύνη. Καὶ ὅπως τὸ ραβδὶ τοῦ Μωυσῆ ντρόπιαζε ὅλους τούς γητευτὲς καὶ τοὺς ὑπόλοιπους μάγους τῆς Αἰγύπτου, ἔτσι καὶ οἱ γραφίδες κατάργησαν ἀμέσως τὴν ἀπόφαση τῶν ἀσεβῶν καὶ τῶν παιδιῶν τοῦ σκότους.
Πῶς νὰ σὲ μακαρίσουμε, πάτερ Βασίλειε, ἐσένα πού μὲ τὸ κεντρὶ τῆς ἀλήθειας κεντρίζεις καὶ διώχνεις τὴν πλάνη· ἐσένα πού ἀναχωρεῖς συνετὰ μαζὶ μὲ τὶς μέλισσες καὶ κατασκηνώνεις στὸ λιβάδι τῶν θεόπνευστων Γραφῶν, καὶ ἀπὸ κεῖ ἀνθολογεῖς γιὰ μᾶς ἄνθη προφητικά, δροσιὰ ἀποστολική, ζωὴ εὐαγγελική· ἐσένα πού διαρκῶς κάθεσαι στὶς κυψέλες τῶν ἀρετῶν, καὶ ἀπ’ αὐτές κατασκευάζεις γιὰ μᾶς τὴ θεία πρόπολη· ἐσένα πού παρήγαγες σοφά, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ μέλι τῆς θείας καὶ ἀψεγάδιαστης πίστης· ἐσένα πού μᾶς διδάσκεις νὰ καταφρονοῦμε τὶς πονηρὲς σφῆκες καὶ νὰ κατευθύνουμε τὸ πέταγμα στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό· ἐσένα πού κραύγασες ὅπως ὁ Δαβίδ, «εἶναι γλυκὰ τὰ λόγια σου στὸ λάρυγγά μου, εἶναι γλυκύτερα ἀπὸ τὸ μέλι στὸ στόμα μου»!
Πιστὲ Βασίλειε, ἔγινες δεκτὸς ὅπως ὁ Ἄβελ, μεταφέρθηκες στὸν οὐρανό ὅπως ὁ Ἐνώχ, σώθηκες ὅπως ὁ Νῶε, ὀνομάσθηκες φίλος τοῦ Θεοῦ ὅπως ὁ Ἀβραάμ, προσφέρθηκες θυσία στὸν Θεὸ ὅπως ὁ Ἰσαάκ, ὑπέφερες πειρασμοὺς μὲ γενναιότητα ὅπως ὁ Ἰακώβ, καὶ δοξάσθηκες πολὺ ὅπως ὁ Ἰωσήφ. Βύθισες μὲ τὴ ράβδο τοῦ σταυροῦ τὸν δεύτερο Φαραώ, ὅπως ὁ Μωυσῆς, κόβοντας τὴ θάλασσα τῶν παθῶν, ἀναδείχθηκες ἀρχιερέας τοῦ Κυρίου ὅπως ὁ Ἀαρών, ἔτρεψες σὲ φυγὴ τοὺς ἐχθρούς ὅπως ὁ Ἰησοῦς ὁ γιὸς τοῦ Ναυῆ, ἀξιώθηκες νά δεχθεῖς τὴ Χάρη, ἐπειδὴ ἔδειξες ζῆλο ὅπως ὁ Φινεές, ὑψώθηκες ὅπως ὁ Σαμουήλ, διαφυλάχθηκες ὅπως ὁ Δαβίδ, ἁρπάχθηκες στὸν οὐρανό ὅπως ὁ Ἠλίας, ἀξιώθηκες διπλὴ χάρη ὅπως ὁ Ἐλισσαῖος. Καθαρίσθηκες μὲ τὴ νοητὴ φωτιὰ ὅπως ὁ Ἠσαΐας καὶ ἁγιάσθηκες ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς μητέρας σου ὅπως ὁ Ἱερεμίας. Εἶδες, ὅπως ὁ Ἰεζεκιήλ, Ἐκεῖνον πού κάθεται ἐπάνω στὰ Χερουβείμ, φίμωσες, ὅπως ὁ Δανιήλ, τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν, καὶ ὅπως οἱ Τρεῖς Παῖδες καταπάτησες ἐντελῶς τὴ φλόγα τῶν ἐχθρῶν. Κήρυξες ὅπως ὁ Πέτρος, δίδαξες ὅπως ὁ Παῦλος, ὁμολόγησες ὅπως ὁ Θωμᾶς ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Θεός, Αὐτός πού ἔπαθε γιά μᾶς. Ἐσύ θεολόγησες ὅπως ὁ Ματθαῖος, ὁ Μάρκος, ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Ἰωάννης· καὶ ὅπως οἱ Ἀπόστολοι, δίδαξες τοὺς ἄνομους, ἐπέστρεψες τοὺς ἀσεβεῖς, εὐαρέστησες στὸν Θεό.
Μεσίτευε γιὰ μένα τὸν πολὺ ἐλεεινό, καὶ ἐπανάφερέ με στήν εὐθεία ὁδό μὲ τὶς πρεσβεῖες σου, πάτερ· ἐσύ ὁ ἀνδρεῖος ἐμένα τὸν χαῦνο, ὁ ἀγωνιστής τὸν ὀκνηρό, ὁ πρόθυμος τὸν ράθυμο, ὁ σοφὸς τὸν ἀνόητο· ἐσύ πού θησαύρισες γιὰ τὸν ἑαυτό σου τὸ θησαυρὸ τῶν ἀρετῶν, ἐμένα τὸν στερημένο ἀπὸ κάθε καλό· διότι ἐσένα δόξασε ὁ Πατέρας τῆς εὐσπλαχνίας, καὶ ἐσένα μακάρισε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ· ἐσένα σὲ καθιέρωσε ναὸ ἅγιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα· στὸ Ὁποῖο πρέπει ἡ δόξα, ἡ ἐξουσία, ἡ μεγαλοπρέπεια, στοὺς αἰῶνες. ‘Ἀμήν.

ΠΗΓΗ, το βρήκαμε στο: agios-panteleimon.gr

Ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος
Περιληπτικά, ἰσάξιος στὴν πολυμάθεια μὲ τὸν Μέγα Βασίλειο, στὴ γλυκύτητα καὶ στὴ γλαφυρότητα τοῦ λόγου μὲ τὸν Θεῖο Χρυσόστομο, σύγχρονος καὶ μὲ τοὺς δύο, εἶναι ὁ Ὅσιος καὶ Θεοφόρος Πατέρας μας καὶ Οἰκουμενικὸς Διδάσκαλος, Ἐφραὶμ ὁ Σύρος.
Γεννήθηκε στὴν Νίσιβη τῆς Μεσοποταμίας, τῆς Συρίας, τὸ σημερινὸ Νισβίν, πρωτεύουσα τῆς παλαιᾶς Μυγδονίας, «306 χρόνια ὕστερα ἀπὸ τὸν ἀγαπημένο τοῦ Κύριο καὶ ἀνεχώρησε κοντά Του τὸ 373 μ.Χ»
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη Του στὶς 28 Ἰανουαρίου. Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ εἰκονίζεται στὴν ὄψη παράδοξος, ὑψηλός, λεπτόσαρκος, ὀλιγογένειος.
Γεννήθηκε ἀπὸ πτωχοὺς γονεῖς ἀλλὰ χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι μάλιστα κατὰ τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν τοῦ Διοκλητιανοῦ, ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ καὶ καταξιώθηκαν μαρτυρικοῦ τέλους. Γι΄ αὐτό, καὶ ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ, ὅταν ἀναφερόταν στοὺς προγόνους Του, ἔλεγε «Μαρτύρων συγγενὴς εἰμί».
Οἱ μὲν γονεῖς Τοῦ ἄφησαν σ΄ αὐτὸν παρακαταθήκη, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, «τὸν φόβον τοῦ Κυρίου ἐνουθέτησαν», ὁ δὲ διδάσκαλός Του, Ἅγιος Ἰάκωβος, ἄνδρας μεγάλης μορφώσεως καὶ Μέγας Ἱεράρχης τῆς Νίσιβης, ἐδίδαξε σ΄ Αὐτὸν τὰ «περὶ Χριστοῦ».
Πολὺ νέος, ἀρχίζει μὲ ἰδιαίτερο ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση νὰ μελετᾶ τὶς Ἅγιες Γραφές, νὰ ἀσκεῖται σὲ πνευματικοὺς ἀγῶνες, νὰ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀληθινὴ πίστη, νὰ προκόπτει στὴν ἀρετή, στὴν καθαρότητα καὶ τὸν ἁγιασμό.
Ἐκεῖ στὴν Ἔδεσσα. μεγάλη πόλη, βορειοδυτικά της Μεσοποταμίας, ποὺ ὑπῆρξε γιὰ πολλοὺς αἰῶνες σπουδαῖο πολιτιστικὸ κέντρο, ἵδρυσε ὁ Ὅσιος Θεολογικὴ Σχολή, ὅπου ἐφοίτησαν πολλοὶ Ἐδεσσηνοί.
Μετὰ τὴν Αἴγυπτο ἐπισκέφθηκε περὶ τὸ 370 μ.Χ., τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, προκειμένου νὰ συναντήσει τὸν Μ. Βασίλειο. Καὶ εἶναι συγκινητικὴ καὶ πολὺ ὠφέλιμη ἡ συνάντηση αὐτὴ τῶν δύο Μεγάλων Φωστήρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως παραστατικὰ τὴν γράφει ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ, σὲ ἐγκωμιαστικὸ πρὸς τὸν Μ. Βασίλειο λόγο Του, στὸν ὁποῖο φανερώνονται οἱ ὑψηλὲς πνευματικὲς βαθμίδες, στὶς ὁποῖες ἔφθασαν οἱ δύο αὐτοὶ θεοφόροι Πατέρες.
Ὁ Ὅσιος Παλλάδιος μαρτυρεῖ, ὅτι τὸ 372 μ.Χ., ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ἐγκαταλείπει τὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του, ὅταν πληροφορεῖται, ὅτι ἐνέσκηψε μεγάλος λιμὸς στὴν πόλη τῆς Ἔδεσσας, καὶ γὶ΄ αὐτό, ἔρχεται νὰ διακονήσει τοὺς συνανθρώπους του. Ἐδῶ, ἐπιπλήττει τοὺς πλουσίους, ποὺ δὲν εὐσπλαγχνίζονται τοὺς πτωχοὺς καὶ ἔτσι ἐπιβαρύνουν τὶς ψυχές τους…
Ἀλλά, κατορθώνει νὰ κερδίσει τὴν ἐμπιστοσύνη τους, Τοῦ προσφέρουν ὅ,τι ἔχουν καὶ ὁ Ὅσιος δημιουργεῖ Πτωχοκομεῖο, Νοσοκομεῖο, τὸ μεγαλύτερο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, 300 κλινῶν, καὶ γενικὰ μὲ κάθε τρόπο ὑπηρετεῖ καὶ ἀνακουφίζει τὸν δοκιμαζόμενο λαό.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης στὸ ἐγκώμιό του πρὸς τὸν Ὅσιο, Τὸν ὀνομάζει «Πνευματικὸ Εὐφράτη τῆς Ἐκκλησίας μας» και αναφέρεται σε αυτόν ως «Ὁ Μέγας Πατὴρ ἠμῶν καὶ Οἰκουμενικὸς Διδάσκαλος Ἐφραίμ…» για τὸ συγγραφικό του Ἔργο που εἶναι τεράστιο σὲ ἔκταση καὶ σημασία, πλούσιο καὶ θαυμαστό. 

Ἀπὸ τὸν τέταρτο καὶ μέχρι σήμερα αἰώνα Σύροι, Ἕλληνες, Λατίνοι καὶ ἄλλοι Ἅγιοι, Μ. Βασίλειος, Ι. Χρυσόστομος, Μ. Φώτιος, ἡ παγκόσμια Ὀρθοδοξία, ἐκφράζονται μὲ μεγάλη ὑπόληψη καὶ τιμὴ τόσο γιὰ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν αὐθεντικότητα τῆς διδασκαλίας Του, ὅσον καὶ γιὰ τὴν ἀναγνώριση, ὅτι ὁ Ὅσιος Ἐφραίμ, δὲν ἦταν ἁπλῶς ἔνας «ἀκτινοβολῶν πνευματικὸς ἀστὴρ στὸ στερέωμα τῆς Συριακῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Μοναχισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἕνας Μεγάλος Πατέρας τῆς καθόλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».
Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ἔγραψε πολλὰ καὶ ποικίλα συγγράμματα, στὴν Συριακή, Λατινικὴ καὶ Ἑλληνικὴ γλώσσα.
Ἀκόμη, ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ἦταν θεοδίδακτος ποιητὴς μὲ πλούσιο ποιητικὸ τάλαντο. Ἔγραψε ἕνα πλῆθος ὕμνων καὶ ὁμιλιῶν σὲ στίχους. Τριακόσιες χιλιάδες στίχους ἄφησε γραμμένους στὴ Συριακὴ γλώσσα. Κι΄ ὅσα ἔγραψε, ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ δόγματα τῆς θρησκείας μας, κι΄ αὐτὰ τὰ ἀπέδιδε μὲ στίχους.

Ἀναφέρουν, πὼς ὁ ἴδιος κάποτε, παρεκάλεσε τὸν Θεὸ λέγοντας:
«Χαλάρωσε Δέσποτα, τὰ κύματα τῆς Χάριτός Σου». 

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ, ΕΦΥΓΕ! ΚΙ Ο ΛΑΟΣ ΚΛΑΙΕΙ!

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ,
Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ,
Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ,
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ…
ΕΦΥΓΕ!…
ΚΙ Ο ΛΑΟΣ ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ ΚΛΑΙΕΙ!
Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας
Δαπάνη, Ανδρέου Π. Αδαμοπούλου
… μόνο σε μια απόκεντρη φτωχική γειτονιά οι άνθρωποι δεν κοιμούνται.
Αγρυπνούν………
Λες και κάτι φοβούνται. 
Πηγαινοέρχονται θλιμμένοι κι ανήσυχοι λες και θέλουν να απωθήσουν το κακό που έρχεται.
Τελευταία νύχτα του Δεκέμβρη.
Σε ένα φτωχό και απέριττο δωμάτιο, είναι βαριά άρρωστος αυτός που αγάπησε ο λαός, όσο λίγους ανθρώπους. 
Αυτός που αγάπησε το λαό, όσο λίγοι άνθρωποι!
Σκελετωμένος γερασμένος, λευκός στεγνωμένος από την άσκηση και τη θυσία μοιάζει εκατόχρονος. 
Όμως είναι μόνο 49 ετών!
Το πρόσωπό του ακτινοβολεί. 
Τα μάτια του φέγγουν.
Ευλογεί το λαό που γονατίζει δίπλα του. 
Ευλογεί όλον τον κόσμο.
Ξημερώνει η πρώτη μέρα του Γενάρη.
Ο μεγάλος ασθενής, ο πατέρας του λαού, έχει τελειώσει το έργο του σε αυτόν τον κόσμο.
Δε θα παραμείνει άλλο στη γη.
Φεύγει…..
Η Αγία ψυχή του εξέρχεται για τη μεγάλη συνάντηση με το Χριστό.
Το τρεμάμενο χέρι του σημειώνει το σημείο του σταυρού στον αέρα.
Τα χείλη του ψιθυρίζουν τον ύστατο λόγο……….
Εις χείρας Σου Κύριε παραθήσομαι το πνεύμα μου.
Ο Επίσκοπος Καισάρειας,
ο Βασίλειος,
ο Μεγάλος Βασίλειος,
ο πατέρας του λαού……
έφυγε!

……… και ο λαός ασταμάτητα κλαίει!

Ιερός ναός Αγίου Παντελεήμονος Πολίχνης

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Επιστολή «Περί τελειότητος βίου Χριστιανών»:
Περίληψη της ηθικής διδασκαλίας του Ευαγγελίου.

Η κάτωθι επιστολή γράφτηκε το 364, όταν ο Μέγας Βασίλειος υπηρετούσε ως Πρεσβύτερος στην Καισάρεια και αποτελεί σύντομη περίληψη της ηθικής διδασκαλίας του Ευαγγελίου. 
Περιέχεται στον 3ο τόμο των έργων του Μεγάλου Βασιλείου.

«1. Από τα πολλά πράγματα τα οποία δεικνύει η θεόπνευστος Γραφή και τα οποία οφείλουν να πραγματοποιηθούν από τους αποφασισμένους να ευαρεστήσουν το Θεό έκρινα τώρα αναγκαίο να σημειώσω σε σύντομο υπόμνημα μόνο εκείνα τα οποία επί του παρόντος ανακινήθηκαν μεταξύ σας. Την για κάθε σημείο μαρτυρία που είναι ευκατάληπτη, αφήνω να την ανεύρουν οι απασχολούμενοι με την ανάγνωση της Γραφής, οι οποίοι θα είναι ικανοί να την υπενθυμίσουν και σε άλλους.
☩☩☩☩☩☩☩
Ότι πρέπει ο Χριστιανός να φρονεί άξια της επουρανίου κλήσεως (Εβρ. 3,1) και να ακολουθεί βίο άξιο του Ευαγγελίου του Χριστού (Φιλιπ. 1,27).

Ότι δεν πρέπει ο Χριστιανός να είναι επιπόλαιος (Λουκ. 12,29) και να παρασύρεται από οτιδήποτε μακράν της μνήμης του Θεού και της θέλησης και των κριμάτων αυτού.

Ότι πρέπει ο Χριστιανός γινόμενος σε όλα ανώτερος από την κατά νόμο δικαίωση να μην ορκίζεται, ούτε να ψεύδεται (Ματθ. 5,34).

Ότι δεν πρέπει να βλασφημεί (Τίτ. 3,2), ούτε να υβρίζει (Α΄ Τιμ. 1,13), ούτε να μάχεται (Β΄ Τιμ. 2,24), ούτε να αυτοδικεί (Ρωμ. 12,19), ούτε να αποδίδει κακό αντί κακού (Ρωμ. 12,17), ούτε να οργίζεται (Ματθ. 5,22).

Ότι πρέπει να μακροθυμεί (Ιακ. 5,8), οτιδήποτε και αν πάσχει και να ελέγχει κατάλληλα τον αδικούντα (Τίτ. 2,15) όχι όμως από πάθος εκδίκησης αλλά από επιθυμία διόρθωσης του αδελφού, κατά την εντολή του Κυρίου (Ματθ. 18,15).

Ότι δεν πρέπει να λέει κάτι εναντίον απόντος αδελφού με σκοπό να τον διαβάλλει, πράγμα το οποίο είναι συκοφαντία, ακόμη και αν είναι αληθινά τα λεγόμενα (Β΄ Κορ. 12,20 και Α΄ Πετρ. 2,1).

Ότι πρέπει να αποστρέφεται τον διαβάλλοντα τον αδελφό (Α΄ Πετρ. 3,16-17 και Ιακ. 4,11).

Ότι δεν πρέπει να λέει ευτράπελα (Εφεσ. 5,4).

Ότι δεν πρέπει να γελά ούτε να ανέχεται τους γελωτοποιούς (Λουκ. 6,21 ε. και Ιακ. 4,9).

Ότι δεν πρέπει να ματαιολογεί λέγοντας κάτι που ούτε σε ωφέλεια των ακουόντων αποβαίνει, ούτε στην αναγκαία και επιτρεπτή οικειότητα με το Θεό συντελεί (Εφεσ. 4,29). Έτσι και οι εργαζόμενοι πρέπει να φροντίσουν, όσο είναι δυνατό, να εργάζονται με ησυχία και τους αγαθούς λόγους ακόμη να απευθύνουν προς εκείνους που είναι εμπεπιστευμένοι να οικονομούν το λόγο με διάκριση προς οικοδομή της πίστης, για να μη λυπάται το Άγιο του Θεού Πνεύμα.

Ότι δεν πρέπει κάποιος που έρχεται έπειτα από άλλους να λαμβάνει το θάρρος να πλησιάζει ένα από τους αδελφούς και να του μιλά, προτού αυτοί που έχουν αναλάβει τη φροντίδα της ευταξίας, δοκιμάσουν πως αρέσει στο Θεό για το κοινό συμφέρον.

Ότι δεν πρέπει να υποδουλώνεται στον οίνο (Τίτ, 2,3), ούτε να καταλαμβάνεται από πάθος για την κρεοφαγία (Ρωμ. 14,21), ούτε καθόλου να γίνεται λαίμαργος για οποιοδήποτε φαγητό και ποτό (Β΄ Τιμ. 3,4), διότι ο αγωνιζόμενος είναι εγκρατής στα πάντα (Α΄ Κορ. 9,25).

Ότι από όσα δίδονται στον καθένα προς χρήση δεν πρέπει να έχει τίποτα σαν δικό του ή να αποθηκεύει (Πραξ. 4,32), αλλά, προσέχοντας με φροντίδα για όλα σαν να ανήκουν στον Κύριο να μην περιφρονεί τίποτα από όσα τυχόν ρίπτονται ή παραμερίζονται.

Ότι δεν πρέπει να είναι κανείς ούτε του εαυτού του κύριος, αλλά να σκέπτεται και να ενεργεί σε όλα κατά τέτοιο τρόπο, σαν να έχει παραδοθεί από το Θεό σε δουλεία στους ομοψύχους αδελφούς (Α΄ Κορ. 9,19) και πάντως ο καθένας να μένει στην τάξη του (Α΄ Κορ. 15,23).

2. Ότι δεν πρέπει να γογγύζει (Α΄ Κορ. 10,10), ούτε από στενοχώρια για την έλλειψη των αναγκαίων, ούτε από την κόπωση για την εργασία, διότι σε κάθε περίπτωση την κρίση έχουν οι εμπεπιστευμένοι την αντίστοιχη εξουσία.

Ότι δεν πρέπει να γίνεται κραυγή, ούτε άλλη εκδήλωση ή κίνηση, στην οποία μαρτυρείται θυμός (Εφεσ. 4,31) ή απομάκρυνση από τη βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι παρών ( Εβρ. 4,13).

Ότι πρέπει η φωνή να είναι σύμμετρη με την εκάστοτε ανάγκη.

Ότι δεν πρέπει να αποκρίνεται σε κάποιον ή να κάνει κάτι με θρασύτητα και καταφρόνηση (Τίτ. 3,2), αλλά να δεικνύει σε όλα και προς όλους την επιείκεια (Φιλιπ. 4,5) και την εκτίμηση (Ρωμ. 12,10 και Α΄ Πέτρ. 2,17).

Ότι δεν πρέπει να κάνει νοήματα με τον οφθαλμό με δόλο ή να χρησιμοποιεί άλλο σχήμα ή κίνημα μέλους, το οποίο λυπεί τον αδελφό ή μαρτυρεί καταφρόνηση (Ρωμ. 14,10).

Ότι δεν πρέπει να καλλωπίζεται στον ιματισμό και την υπόδηση, πράγμα που δεικνύει κενοδοξία (Ματθ. 6,29 και Λουκ. 12,27).

Ότι πρέπει να χρησιμοποιεί απλά πράγματα για τις σωματικές ανάγκες.

Ότι δεν πρέπει να ξοδεύει τίποτε περισσότερο από τα αναγκαία και χάριν πολυτέλειας, πράγμα που είναι κατάχρηση.

Ότι δεν πρέπει να ζητά τιμές και να επιδιώκει πρωτεία (Μαρκ. 9,35).

Ότι πρέπει ο καθένας να προτιμά από τον εαυτό του όλους τους άλλους (Φιλιπ. 2,3).

Ότι δεν πρέπει να είναι ανυπάκουος (Τίτ. 1,10).

Ότι εκείνος που μπορεί να εργασθεί, δεν πρέπει να ζει ως αργόσχολος (Β΄ Θεσσ. 3,10), αλλά ακόμη και ο ασχολούμενος με καθήκον που επιδιώκει τη δόξα του Χριστού πρέπει να καταβάλλει προσπάθεια, ώστε να εκτελεί το κατά δύναμιν έργο (Α΄ Θεσσ. 4,11).

Ότι ο καθένας πρέπει με την έγκριση των προϊσταμένων να κάνει τα πάντα με λόγο και βεβαιότητα, μέχρι και αυτού του φαγητού και του ποτού, σαν και αυτά να γίνονται σε δόξα Θεού (Α΄ Κορ. 10,31).

Ότι δεν πρέπει να μεταβαίνει κανείς από ένα έργο σε άλλο χωρίς τη δοκιμασία αυτών που έχουν την εξουσία να ρυθμίζουν τέτοια πράγματα, εκτός αν κάποιον τον καλεί απαραίτητη ανάγκη σε επείγουσα βοήθεια εκείνου που του λείπουν οι δυνάμεις.

Ότι πρέπει ο καθένας να μένει σε ό,τι τάχθηκε και να μην επεμβαίνει υπερβαίνοντας την αρμοδιότητά του σε ξένα έργα, εκτός αν οι έχοντες την ευθύνη για τέτοια πράγματα, κρίνουν ότι κάποιο χρειάζεται βοήθεια.

Ότι δεν πρέπει να βρίσκεται κανείς σε άλλο εργαστήριο αντί του δικού του.

Ότι δεν πρέπει να κάνει κάτι με πνεύμα φιλονικίας ή έριδας.

3. Ότι δεν πρέπει να φθονεί για την ευδοκίμηση του άλλου, ούτε να επιχαίρει για τα ελαττώματα κάποιου προσώπου (Α΄ Κορ. 13,6).

Ότι πρέπει με αγάπη Χριστού να λυπάται μεν και να συντρίβεται για τα ελαττώματα του αδελφού, να ευφραίνεται δε για τα κατορθώματα (Α΄ Κορ. 12,26).

Ότι δεν πρέπει να αδιαφορεί για τους αμαρτάνοντες ή να εφησυχάζει για αυτούς (Α΄ Τιμ. 5,20).

Ότι ο ελέγχων πρέπει να ελέγχει με κάθε ευσπλαχνία (Β΄ Τιμ. 4,2), με φόβο Θεού και με σκοπό να επιστρέψει ο αμαρτάνων (Ιάκ. 5,20).

Ότι δεν πρέπει, όταν κάποιος κατηγορείται, άλλος ενώπιον εκείνου ή μερικών άλλων να αντιλέγει προς τον κατήγορο. Και αν συμβεί κάποτε να φανεί σε κάποιον παράλογη η κατηγορία, να συζητήσει το θέμα ιδιαιτέρως με τον κατήγορο και ή να τον πείσει ή να πεισθεί.

Ότι πρέπει ο καθένας, όσο του είναι δυνατόν, να κατευνάζει εκείνον που έχει έχθρα εναντίον του.

Ότι δεν πρέπει να μνησικακεί εναντίον του αμαρτήσαντος και μετανοούντος, αλλά να τον συγχωρεί από την καρδιά του (Β΄ Κορ. 2,7).

Ότι πρέπει εκείνος, που λέει ότι μετανοεί για αμάρτημα, να μη λυπάται μόνο για το αμάρτημα, αλλά και να κάνει καρπούς άξιους της μετανοίας (Λουκ. 3,8).

Ότι εκείνος που παιδεύτηκε για τα πρώτα αμαρτήματα και αξιώθηκε της έφεσης, αν αμαρτήσει πάλι, κατασκευάζει στον εαυτό του το κρίμα της θείας οργής χειρότερο από το προηγούμενο (Εβρ. 10,26 ε.).

Ότι πρέπει αυτός που, μετά την πρώτη και δεύτερη νουθεσία, επιμένει στο σφάλμα του (Τίτ. 3,10) να οδηγηθεί στον προεστώτα μην τυχόν αισθανθεί ντροπή, όταν επιτιμηθεί από περισσότερους (Τίτ. 2,8). Και αν δε διορθωθεί ούτε με αυτόν τον τρόπο, να αποκόπτεται πλέον ως σκάνδαλο και να θεωρείται ως εθνικός και τελώνης (Ματθ. 18,17), χάριν της διασφάλισης των καλλιεργούντων την υπακοή με ζήλο, κατά το λεγόμενο: «Όταν κρημνίζωνται οι ασεβείς, οι δίκαιοι καταλαμβάνονται από φόβο» (Παροιμ. 29,16). Πρέπει δε να πενθούν για αυτόν, ως μέλος αποκοπέν από το Σώμα.

Ότι δεν πρέπει ο ήλιος να δύει επί του εξοργισμού αδελφού (Εφεσ. 4,26), μην τυχόν η νύκτα τους φέρει σε πλήρη διάσταση και αφήσει αναπόφευκτη κατηγορία κατά την ημέρα της κρίσεως.

Ότι δεν πρέπει να αναμένει την κατάλληλη ευκαιρία προς διόρθωση εαυτού (Ματθ. 24,44 και Λουκ. 12,40), διότι δεν είναι βέβαιος για το αύριο. Πράγματι πολλοί πολλά σχεδίασαν για το αύριο, αλλά δεν το έφθασαν.

Ότι δεν πρέπει να απατάται από χόρτασμα κοιλίας, από το οποίο προέρχονται νυκτερινές φαντασιώσεις.

Ότι δεν πρέπει να περισπάται σε άμετρη εργασία και να υπερβαίνει τα όρια της αυταρέσκειας κατά τον Απόστολο που είπε: «Έχοντες δε διατροφάς και σκεπάσματα θ’ αρκεσθώμεν εις αυτά» (Α΄ Τιμ. 6,8), διότι η πέρα από την ανάγκη αφθονία παρουσιάζει εικόνα πλεονεξίας, η δε πλεονεξία έχει αποκηρυχθεί ως ειδωλολατρία (Κολασ. 3,5).

Ότι δεν πρέπει να είναι φιλάργυρος (Μάρκ. 10,23 ε., Λουκ. 18,24), ούτε να θησαυρίζει ανωφελή πράγματα, που δεν έχει ανάγκη.

Ότι πρέπει ο προσερχόμενος στο Θεό να ασπάζεται την ακτημοσύνη κατά πάντα και να είναι προσηλωμένος στο φόβο του Θεού, κατά τον ειπόντα: «Προσήλωσε εις τον φόβο σου τας σάρκας μου, διότι εφοβήθην από τας κρίσεις σου».

Είθε να δώσει ο Κύριος να δεχθείτε τις οδηγίες με όλη την πεποίθηση, ώστε να επιδείξετε καρπούς άξιους του Πνεύματος σε δόξα Θεού, με την ευδοκία του Θεού και τη συνεργία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αμήν».

Πηγή υλικού
Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, Ομιλίες, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη, σ. 33-39

Επιλογή υλικού
Αικατερίνη Διαμαντοπούλου

Θεολόγος ΜΑ - Φιλόλογος PhD Φιλοσοφίας

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Εργογραφία του Αγίου Μεγάλου Βασιλέιου

Μεγάλου Βασιλείου
Βιογραφικά
Αλφαβητικά

 💢💢💢


Λειτουργικά συγγράμματα

Δογματικά συγγράμματα.
  • «Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου». Αποτελείται Ψαλμούς από τρία βιβλία και καταφέρεται ενάντια του αρχηγού των Ανομοίων Ευνομίου. Ο κοινός νους συλλαμβάνει την πραγματικότητα της ύπαρξης του Θεού, όχι την ουσία Του. Ανατρέπει την ονοματοκρατία του Ευνομίου
  • «Προς Αμφιλόχιον, περί του Αγίου Πνεύματος». Επιστολική πραγματεία προς τον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο σχετικά με το Άγιο Πνεύμα. Ομοτιμία του Αγίου Πνεύματος. Αντί του «Δόξα τῷ Θεῷ διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι», το «Δόξα τῷ Θεῷ μετὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Καθορίζει το φωτιστικό τελειωτικό έργο του Αγ. Πνεύματος
Ασκητικά συγγράμματα.
(12 συγγράμματα): Όροι κατά πλάτος (γενικές αρχές του μοναχικού βίου), Όροι κατ’ επιτομήν (γενικές απαντήσεις σε γενικά και ειδικά προβλήματα), Όροι ηθικοί (κείμενα Αγίας Γραφής για τον πνευματικό και ηθικό βίο).
  • Ερμηνεία εις τον προφήτην Ησαίαν, προοίμιον. (PG 30, σελ. 117 – 668) Enarratio in prophetam Isaiam.
  • Όροι κατ’ επιτομήν». Περιέχει 313 κεφάλαια που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των μοναχών.
  • Όροι κατά πλάτος». Περιέχει 55 κεφάλαια με θέμα γενικές αρχές του μοναχισμού.
  • Περί κρίματος».
  • Περί πίστεως».
  • Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας». Έργο σχετικό με την παρθενική ζωή.
  • Τα Ηθικά». Συλλογή 80 ηθικών κανόνων.


ΟΜΙΛΙΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΨΑΛΜΟΥΣ  (PG 29b, σελ. 209 – 493).
Εξαήμερος
Επιστολές.
Σώζονται 365 επιστολές με το όνομα του Μεγάλου Βασιλείου, που καλύπτουν την εικοσαετία από την επιστροφή του στην Καισάρεια από την Αθήνα έως και το θάνατό του.
 Νομικό έργο
Πλούσιο είναι και το νομικό του έργο το οποίο βρίσκουμε συγκεντρωμένο κυρίως στις επιστολές του προς τον Αμφιλόχιο Ικονίου, από τις οποίες προήλθαν οι 85 κανόνες που, αφού επικυρώθηκαν από τη Σύνοδο εν Τρούλω στα τέλη του 7ου αιώνα (691/2), αποτελούν ως σήμερα, ως συστατικό στοιχείο των νομοκανονικών συλλογών, βασικό βοήθημα του εκκλησιαστικού δικαίου. Το ίδιο ισχύει και για ένα άλλο νομικό του έργο, τους λεγόμενους «μοναχικούς κανόνες» διατάξεις που αφορούν την οργάνωση των μονών και τη διαβίωση των μοναχών. Οι κανόνες αυτοί δεν επικυρώθηκαν ποτε. Η έλλειψη ωστόσο συνοδικής επικύρωσης δεν επηρέασε, λόγω του κύρους του συντάκτη, την εφαρμογή τους στην πράξη. Ενδεικτικό της μεγάλης εκτίμησης στο έργο του Μ.Βασιλείου που έτρεφαν οι ερμηνευτές των δικαιϊκών πηγών όχι μόνο του χώρου της Εκκλησίας αλλά και της Πολιτείας, αποδεικνύεται από την συχνή παραπομπή των κανόνων του στα σχόλια των Βασιλικών, της τελευταίας δηλαδή επίσημης κωδικοποιήσεως που πραγματοποιήθηκε κατ΄εντολήν του Λέοντος ΣΤ' του Σοφού στα τέλη του 9ου αιώνα. Ιδιαίτερα αισθητή είναι η επίδραση του Μ. Βασιλείου στο Οικογενειακό Δίκαιο , όπου πρώτος έθεσε με κατηγορηματικότητα το όριο των τριών επιτρεπόμενων γάμων, που απετέλεσε μέχρι το 1982 πολιτειακό δίκαιο και εξακολουθεί ακόμη να ισχύει επί του θρησκευτικού Γάμου. [HISTORY]
Αναφορές Τρίτων
Πηγές:

Δημοφιλή

Επιλογή

Προσευχή για τους εχθρούς και τους φίλους <br>Oratio pro inimicis et amicis

̓ Ανεξίκακε βασιλεῦ καὶ ἀίδιε, ὁ διὰ τὴν ἐκ ξύλου κατάκρισιν ἐπὶ ξύλου ἀρθεὶς, καὶ τοῖς ἀκολουθεῖν σου τοῖς ἴχνεσιν αἱρουμένοις μακροθ...